Μπροστά στο ιερό καθήκον

nosokoma

Στο μικρό βορειοηπειρωτικό χωριό, το σχολείο έχει μετατραπεί σε πρόχειρο ιατρείο. Η νεαρή νοσοκόμα μόλις είχε τελειώσει τη σχολή. Επιστρατεύτηκε από τις πρώτες μέρες. Στην αρχή τοποθετήθηκε στο νοσοκομείο στα Γιάννενα, αλλά έπειτα της ανέθεσαν αυτό το μικρό πρόχειρο ιατρείο στο βορειοηπειρωτικό χωριό. Ο νεαρός στρατευμένος γιατρός, η νεαρή συνάδελφος που δεν ήξερε πολλά πράγματα και οι τρεις τραυματιοφορείς, προσέφεραν απλώς τις πρώτες βοήθειες στα ακρωτηριασμένα κάποτε κορμιά ως την ώρα της μεταφοράς τους στα Γιάννενα.  

Έδενε κάποιο τραύμα που αιμορραγούσε, όταν ο Δήμος ήρθε βιαστικός και χλωμός και της ψιθύρισε:  

-Έφεραν δύο καινούργιους… 

Σφίχτηκε η καρδιά της νοσοκόμας, όπως κάθε φορά που έλειπε ο γιατρός και έπρεπε να σηκώσει μόνη της την ευθύνη. Προπάντων τώρα, στο μεγάλο δίλημμα, που της προξένησε ο λόγος του φαντάρου.  

-Έφεραν δύο, έναν δικό μας κι έναν Ιταλό…Θα φέρω τον δικό μας πρώτα. 

Η νοσοκόμα απάντησε με φωνή, που μόλις την άκουσε ο τραυματιοφορέας.  

-Ξύπνησε την αδελφή Μαρία, και φέρε πρώτα αυτόν που είναι πιο βαριά. Εσείς βοηθήστε τον δεύτερο, όσο μπορείτε, έως ότου τελειώσω. 

Έσκυψε πάνω στο μελαχρινό παλικάρι, τον εχθρό, τον ξένο που την κοίταζε μ’ ένα βλέμμα βουβής ικεσίας και απελπισίας μαζί.  

Το τραύμα στο στήθος που αιμορραγούσε, το σπασμένο πόδι και χέρι της πήραν αρκετό χρόνο. Βιαζόταν και για τον δεύτερο τραυματία. Η νεαρή νοσοκόμα ήταν άπειρη ακόμη. Και…όταν ετοιμαζόταν να σκύψει πάνω στον Έλληνα φαντάρο είδε τη βοηθό της να την πλησιάζει χλωμή, με απόγνωση στα μάτια, και να της λέει: 

-Πέθανε, αδελφή. Δεν αιμορραγούσε πολύ. Δεν κατάλαβα πως αυτός ήταν πιο βαριά. 

Η νοσοκόμα συγκλονίστηκε. Μια υποταγή στη φωνή του χρέους έγινε αφορμή να χαθεί μια ζωή… ένας Έλληνας αγωνιστής. Πήγε στην άλλη αίθουσα, που είχαν τον Έλληνα φαντάρο. Κάποιες χλωμές ελπίδες πως ίσως ζει την έφεραν κοντά του. Και τότε… Και τότε είδε μπροστά της κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. Τον αδελφό της που μεγάλωσαν μαζί, των γονιών της το στήριγμα και την ελπίδα… Τα γόνατά της λύγισαν. Έπεσε πάνω στον νεκρό αδελφό της. Έκλαψε, πάλεψε με τις τύψεις πως η δική της καθυστέρηση τον θανάτωσε. Έκλαψε για τον πόνο των γονιών της και του μικρού της αδελφού.  

Το τραγικό δίλημμα που τη βασάνιζε, όμως, ηρέμησε από τη σοφή απάντηση του ιερέα που την εξομολογούσε. «Έκανες παιδί μου ό,τι θα έκανε και ο Χριστός. Εκείνος το είπε και το έδειξε με τη ζωή Του. «Αγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν» (Ματθ. ε΄, 44). Μη σε βασανίζουν οι τύψεις». 

Γύρισε πίσω στο μέτωπο και συνέχισε με διπλό ζήλο την προσφορά της στον τραυματία, εχθρό ή φίλο… Ύστερα από δέκα χρόνια, στο γραφείο της, σε ένα μεγάλο Νοσοκομείο, είδε την πόρτα να ανοίγει και ένας ψηλός άνδρας που κούτσαινε ελαφρά, της είπε σε σπαστά ελληνικά:  

-Δε με θυμάστε βέβαια. Είμαι ο Ιταλός φαντάρος, που μου προσφέρατε τις πρώτες βοήθειες, εκεί στα Ηπειρωτικά βουνά και σώσατε τη ζωή μου. Πριν φύγω από εκεί, άκουσα πως με προτιμήσατε από έναν Έλληνα, που μάθαμε αμέσως πως ήταν αδελφός σας. Έγραψα το όνομά σας. Ήρθα με τη γυναίκα μου και το μικρό μου παιδί να προσκυνήσουμε τον τάφο του ήρωα αδελφού σας και να πούμε ένα βαθύ «ευχαριστώ», αν πρέπει, στους γονείς σας. Ευχαριστώ, Διευθύνουσα. 

Η σαραντάχρονη αδελφή άπλωσε τα δικά της χέρια και έσφιξε το διστακτικό χέρι του άνδρα που την κοίταζε με απέραντο θαυμασμό. Θυμήθηκε την αλησμόνητη φράση του ιερέα που την εξομολογούσε: «Αγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν» (Ματθ. ε΄, 44).